Τράπεζα Αίματος Αδελφότητας Σελλαδιτών Άρτας

Οι παλιές Απόκριες στις Σελλάδες

Επειδή τα Σελλαδίτικα Νέα γράφουν αλλά και καταγράφουν την ιστορία του χωριού μας, σας παραθέτουμε ένα άρθρο από το αρχείο εφημερίδας μας  το οποίο περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια πώς γινόταν οι Απόκριες στο χωριό μας.                                                        Το κείμενο είναι του αείμνηστου δάσκαλου  Χρήστου Σεργιάννη.

 Ο Πόλεμος -ο 2ος Παγκόσμιος- ήταν η αιτία να γίνουν πολλές μεταβολές και αλλαγές. Άλλαξαν πολιτικά και οικονομικάσυστήματα, προόδεψαν οι επιστήμες. Εμφανίστηκαν καινούργια κράτη και, προπαντός, καινούργιες νοοτροπίες καιπροοπτικές για το μέλλον της ανθρωπότητας. Τώρα, αν όλα αυτά έχουν ή θα έχουν ένα θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα,πέφτει σ’ άλλους ο λόγος να τα σταθμίσουν. Εκείνο, όμως που με βεβαιότητα μπορούν να πουν όλοι όσοι έζησαν μπροστά και μετά τον πόλεμο, είναι ότι ο πόλεμος έγινε η διαχωριστική γραμμή των δύο διαφορετικών κόσμων. Του προπολεμικού και του μεταπολεμικού.

Οι παλιές γενιές, που έζησαν και έδρασαν στα προπολεμικά χρόνια, δημιούργησαν ένα δικό τους τρόπο ζωής σ’ όλους τους τομείς, κυρίως δε στα ήθη και έθιμα γύρω από κάθε θρησκευτική και κοινωνική γιορτή. Πολλά απ’ αυτά τα αφάνισε στρόβιλος της θύελλας του πολέμου και το νεωτεριστικό κύμα που συχνά ακολουθεί τα μεταπολεμικά χρόνια. Πολλά έχουναντικατασταθεί με νέα ήθη και έθιμα, ξενοφερμένα ή εντελώς προσαρμοσμένα με τα νέα δεδομένα της ζωής. Διατηρούνται, όμως, ακόμα λίγα από τα παλιά. Τα φυλάνε με το ζήλο της καρδ

ιάς τους οι γέροντες και οι γριούλες για να τα πάρουν μαζί τους ανέπαφα και αμόλυντα, όταν θά ‘ρθει η σειρά τους να φύγουν.

Πώς, όμως, γίνονται οι προπολεμικές Αποκριές στοχωριό μας;

 (Η παρακάτω φωτογραφία έιναι από τις Απόκριες του 1958 στην Πλατεία του Χωριού μας)

 Σχεδόν μετά τα Χριστούγεννα άρχιζαν και οι προετοιμασίες για τις Αποκριές. Οι νέοι και αρκετοί μεσόκαιροι, αφού ανταμώνανε -που Αλλού;- στο καφενείο ή στην πλατεία συμφωνούσαν πώς θα γιορτάσουν τις ερχόμενες Αποκριές.Κανόνιζαν ποιοι θα ντυθούν γενίτσαροι (φουστανελάδες) και ποιοι νύφες (με γυναικεία φορέματα).

Φρόντιζαν να εξασφαλίσουν φουστανέλες, τσαρούχια και τ’άλλα απαραίτητα της ενδυμασίας του ευζώνου ή να εξασφαλίσουν από αδερφές, ξαδέρφες και άλλες γυναίκες τα γυναικεία φορέματα για τις νύφες. Φουστανέλες ήταν αρκετές τότε στο χωριό. Είχαν πολλοί γέροντες και μεσόκοποι, που τις φτιάχνανε για το γάμο τους. Έπειτα ήρθε ο πόλεμος και η καταστροφή, ήρθε η Κατοχή και το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς. Κάηκαν τα πάντα. Κάηκαν και οι φουστανέλες ή ξηλώθηκαν τα εξήντα λαγκιόλια τους για να γίνουν πουκάμισα ή εσώρουχα, για να γιατρέψουν τις άμεσες ανάγκες των ταλαιπωρημένων.

Μαζί με τους ευζώνους και τις νύφες άρχιζαν και οι προετοιμασίες των μασκαράδων. Οι αρχιμασκαράδες, αφού βασάνιζαν με το μυαλό τους τα μασκαράτικα νούμερα που θα έπαιζαν, φροντίζανε να βρούνε τους μασκαράδες που θα τα έπαιζαν και τις παράξενες φορεσιές τους. Νούμερα από τη ζωή του τόπου, φάρσες, παθήματα, επιτυχίες, αποτυχίες και τόσα άλλα που επινοούσε η φαντασία του αρχιμασκαρά.

Οι μάσκες ήταν αυτοσχέδιες και χοντροφτιαγμένες από στρατιάνι, κερί, κάρβουνο και βερνίκι. Οι μύτες χοντρές και μακριές, τα μάτια βαθουλωτά, τα δόντια πεταγμένα και τα μάγουλα μογγολικά και μαύρα.Ρούχα κουρελιασμένα και παράξενα, που έκαναν για σκιάχτρα στο μποστάνι, με κουδούνια στη μέση, με δέρματα που τύλιγαν τα πόδια, μ’ ό,τι παράξενο μπορείς να φανταστείς.

Έτσι, έβλεπες γριές καμπούρες με λανάρια, να λαναρίζουν μαλλιά, ή με ρόκες, που πήραν το στενοσόκακο της ρούγαςγια να βρουν κουβέντα. Έβλεπες τους ξυλοπόδαρους σαν υπερφυσικά όντα, να ξεκαμπούν απ’ τα στενά και να κουνιούνται πέρα δώθε με χαντζάρες ή δρεπάνια. Τα χάρο, με προσωπίδα νεκροκεφαλής, ολόμαυρο και αραχλό, να θερίζει με την κοσιά ατέλειωτες ζωές. Τον Νοστραδίν Χόντζα να σέρνει το βρακωμένο γαϊδούρι του στο δρόμο, χαμογελώντας και χα-ζολογώντας. Τον αρχιδιάολο να μαζεύει τους διαόλους με τον κύπρο και να σχεδιάζει καινούργιες δίκες. Τον αρχιδικαστήνα δικάζει τον άτυχο για τις αγροζημιές ή γιατί έκλεψεν οπώρας. Τα εκτελεστικά όργανα να εφαρμόζουν τον μασχαράτικονόμο, κρεμώντας τον τιμωρημένο κι ανάβοντας φωτιά με καλαμιές κάτω απ’ τα πόδια του. Το μακάβριο θέαμα του πεθαμένου στην κάσα, που άξαφνα νεκραναστήθηκε. Τις απομιμήσεις των ζώων και πολλές φορές τους προσποιητούς ή και αληθινούς ξυλοδαρμούς των μασκαράδων από παρεξήγηση, που κατέληγε στη ματαίωση του νούμερου για ν’ αντικατασταθεί απ’ άλλο, άλλων μασκαράδων.

Έρχονταν οι πρώτες Απόκριες. Όλα ήταν έτοιμα. Οι γενίτσαροι και οι νύφες θα χόρευαν το γαϊτανάκι ή απλώς θαγλεντούσαν χορεύοντας τους παραδοσιακούς συρτούς ή τσάμικους χορούς. Οι μασκαράδες θα παίζανε τα νούμερα, πουφύλαγαν μυστικά, για να δημιουργήσουν εκπλήξεις.

Το πρωί της Κυριακής, με την τρίτη καμπάνα, όλο το χωριόξεσπιτωμένο βρισκόταν στην εκκλησία. Μόνο οι γενίτσαροι,οι νύφες και οι μασκαράδες λείπανε. Κάνανε τις τελευταίες προετοιμασίες. Μετά την εκκλησία βγαίνανε όλοι στο προαύλιο και οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν. Μετά, παρέες παρέες κατέβαιναν στην απάνω πλατεία. Έτσι ήταν τα έθιμα. Εκεί κάθονταν στα τραπέζια οι άντρες και όρθιες ή κοκώνα οι γυναίκες, μόνο λίγες φεμινίστριες, στην άκρη της πλατείας για να κάνουν χάζι.

Το απόγευμα γινόταν το γλέντι στην κάτω πλατεία -στις Μπλικοκιές, όπως την έλεγαν. Την έλεγαν Μπλικοκιές γιατί εκεί ήταν δύο μπλικοκιές, που τη μία τη θυμάμαι κι εγώ. Ήταν αριστερά από το περίπτερο του Πάνου Καλαμπόκη, εκεί περίπου που βρίσκεται το Μνημείο των Πεσόντων. Στη μπλικοκιά αυτή ανεβοκατεβαίναμε και παίζαμε και μαζεύαμε μπλίκοκα, όταν ήμασταν μικρά. Σ’ αυτή κρεμούσε ο μπάρμπαΑλέξης ο Σαπρίκης τα σφάγια για να τα γδάρει και σ’ αυτή ρεμούσαν τους μασκαράδες, κατόπιν αποφάσεως του μασκαροδικαστηρίου.

Πώς άρχιζε το γλέντι της Αποκριάς;

Οι άντρες, νέοι, μεσόκοποι και γέροι, κάθονταν στα τραπέζια και παράγγελναν τον καφέ και μετά το ούζο ή το κονιάκ. Οιμπακάληδες πηγαινοέρχονταν, φέρνοντας τα κεράσματα στα τραπέζια. Καμιά φορά πήγαιναν στις γυναίκες που στέκον-ταν όρθιες και στα παιδιά κανά λουκούμι. Ήταν τα κεράσματα των αντρών.

Η στιγμή πλησίαζε και η αγωνία κορυφωνόταν. Από ποιο δρόμο θα ξεκαμπίσουν τα όργανα με τους γενίτσαρους, τις νύφες και τους μασκαράδες; Συνήθως ξεκινούσαν από τα Γύφτικα και εμφανίζονταν στη στροφή στα Γιουργαρέϊκα ή κάτω τα Σαπρικέϊκα, όταν το γλέντι γινόταν στην απάνω πλατεία.Όταν γίνονταν στην κάτω πλατεία, ξεκάμπιζαν στα Παπαθανασέϊκα ή εμφανίζονταν στη στροφή από τα Τζουβαρέϊκα.Μπροστά πήγαινε η κουστωδία των μασκαράδων, η χωροφυλακή, που άνοιξε το δρόμο διώχνοντας το τσούρμο των παιδιών, που άλλα έτρεχαν με αλλοφροσύνη, κυνηγημένα από τους απαίσιους μασκαράδες, και άλλα πιο ψύχραιμα,τους κορόιδευαν πλησιάζοντας τους και ή τους κεντούσαν με τα καλάμια ή τους ξάμωναν με πέτρες.

Πίσω έρχονταν οι γενίτσαροι και οι νύφες, αγκαλιά εναλλάξ,με σταυρωμένα τα χέρια, χορεύοντας το «τέσσερα πουρτο-κάλια κι ένα χειμωνικό Την Καθαρή Δευτέρα, θα φάμε πιταστές».

Πλησίαζαν στην πλατεία. Τα όργανα κάθονταν στο πατάρι.Οι γενίτσαροι και οι νύφες στο κέντρο για το χορό και οι μασκαράδες φρουρά περιφερειακά, για να διώχνουν τα παιδιάπου πλησίαζαν. Οι γυναίκες σχολίαζαν τις νύφες, τους γενίτσαρους και τους μασκαράδες. Τα παιδιά, άλλα κρύβονταν από φόβο στις αγκαλιές και τα φουστάνια των γυναικών κι άλλα ξάμωναν να πλησιάσουν, για να κοροϊδέψουν τους μασκαράδες.

Άρχιζε ο χορός. Οι γενίτσαροι και οι νύφες χόρευαν το γαϊτανάκι. Το κοντάρι κρατούσε ένας γέρος μασκαράς. Χόρευαντ’ αποκριάτικα τσάμικα με τέτοια χάρη, που δεν ήξερε κανείς τι να πρωτοκοιτάξει. Τα λυγίσματα των χορευτάδων, που μετις μελετημένες στροφές τους έπλεκαν στις πλεξούδες του γαϊτανιού ή τα κέφια όλων, μικρών και μεγάλων, που δεν ήξε-ραν πώς να εκδηλώσουν την πλημμύρα του κεφιού τους; Ξυπνούσε το διονυσιακό πνεύμα της ψυχής. Άλλοι τσούγκριζαντα ποτήρια, χύνοντας το ούζο ή σπάζοντάς τα πάνω στη βίαιη χαρά τους, άλλοι έσερναν τις γυναίκες για χορό, άλλοι άλλα-ζαν τις σκούφιες, άλλοι βερνικώνονταν κι άλλοι παρεξηγούνταν για να τα σιάσουν σε λίγο μ’ ένα καινούργιο ποτήρι,πίνοντάς το σταυρωτά.

Ένας γενίτσαρος με μια νύφη κι ένα μασκαρά περνούσαν μ’ ένα δίσκο για να μαζέψουν κέρματα από τον κόσμο.Με τα χρήματα αυτά θα πλήρωναν το δώρο των γύφτων (των οργανοπαιχτών). Έπειτα χόρευαν άλλους πατροπαράδοτους χορούς, τσάμικους ή συρτούς. Την Ιτιά, τον Ήλιο, το Πουλιά μου Διαβατάρικα, την Παπαδιά, τη Γενοβέφα, τον Περατιανό,την Καραγκούνα, το Μαρία λεν την Παναγιά, τον Κοφτό, τα Παλαμάκια, τα Μανουσάκια και τα σουξέ της εποχής εκείνης.Μετά μπλέκονταν όλοι μαζί χορεύοντας ανακατεμένα. Γενίτσαροι, νύφες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Και το γλέντι κράταγε μέχρι το πρώτο φως του ήλιου.

 

Από το αρχείο της εφημερίδας τα Σελλαδίτικα Νέα.

 

 

 2006 - 2017 | sellades.com

Η ιστοσελίδα λειτουργεί με χορηγία της Αδελφότητας Σελλαδιτών Άρτας