Τράπεζα Αίματος Αδελφότητας Σελλαδιτών Άρτας

Τα Πανηγύρια μας

Γράφει ο Σπύρος Νεραϊδιώτης   

 Τα πανηγύρια που γίνονται στα χωριά τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι από τα πιο αξιόλογα και πολύτιμα κομμάτια του λαϊκού μας πολιτισμού. Είναι ένας θεσμός που η ιστορία του χάνεται στο παρελθόν, στα βάθη των αιώνων. Πρόκειται για το κορυφαίο γεγονός που στο διάβα του χρόνου, για πολλούς αιώνες, έπαιζε σημαντικό ρόλο στην τοπική κοινωνία, γι’ αυτό και αγαπήθηκε από κάθε γενιά.

 [Πανηγύρι στη Νεράιδα το 1967. Στο κλαρίνο ο συγχωριανός μας Βασίλης Στεργίου (Τσίλιας), από το Αρχείο του Σπ. Νεραϊδιώτη]

 Διαπιστώνεται, ωστόσο, κατά τρόπο αναμφισβήτητο πως τα τελευταία χρόνια τα πανηγύρια μας παίρνουν μια φθίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα στις μέρες μας να διέρχονται μια βαθιά κρίση και να βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Σε κάποιες περιοχές αργοπεθαίνουν και σε κάποιες άλλες σβήνουν και καταργούνται μένοντας στην ψυχή ορισμένων νοσταλγών ως μια γλυκιά ανάμνηση.

   Το οικονομικό πρόβλημα που ταλανίζει την ελληνική οικογένεια και γενικότερα την κοινωνία, η κρίση της φιλελεύθερης οικονομίας, μάλλον είναι μια φθηνή δικαιολογία, αν όχι η τελευταία θα έλεγα, γι’ αυτούς που απέχουν από τα πανηγύρια, ερχόμενοι στα χωριά την επομένη της λήξης τους. Μήπως εκείνα τα χρόνια, θα μου πείτε, είχαν περισσότερα οι άνθρωποι που συμμετείχαν, γλεντώντας με την ψυχή τους ολόκληρα μερόνυχτα;

   Τα τελευταία χρόνια ο άνθρωπος, γενικότερα, διακρίνεται από μια εσωστρέφεια. Έχει κλειστεί στον εαυτό του, στον καναπέ του σπιτιού του, ταυτίστηκε με τα τηλεοπτικά σκουπίδια και ενδιαφέρεται για υλικά αγαθά περισσότερο, παρά γι’ αυτά που του δίνουν περιεχόμενο στη ζωή του και ψυχική ευφορία. Σε αντίθεση, σαφώς, με εκείνα τα χρόνια, που οι άνθρωποι λειτουργούσαν πιο ομαδικά με κοινωνίες πιο δεμένες και με κυρίαρχα στοιχεία το συναίσθημα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αξίες της ζωής. 

   Επίσης ένας άλλος λόγος που τα πανηγύρια μαραζώνουν είναι ότι, μετά τη μεγάλη εσωτερική μετανάστευση στα μεγάλα αστικά κέντρα, η ζωή των ανθρώπων άλλαξε ριζικά, ανεβάζοντας αισθητά και το βιοτικό τους επίπεδο. Η διασκέδασή τους, ποιοτική ή όχι, είναι ένα καθημερινό φαινόμενο, με αποτέλεσμα το πανηγύρι του χωριού να μην τους συγκινεί, να μην το νοσταλγούν, και γι’ αυτό να μην συγκαταλέγεται στις διασκεδάσεις τους. Έτσι λοιπόν, το κορυφαίο αυτό γεγονός του λαϊκού μας πολιτισμού περνάει απαρατήρητο, μπαίνοντας σιγά-σιγά στο περιθώριο και στη λήθη της ιστορίας του τόπου. Επίσης, η δεύτερη και τρίτη γενιά, μη έχοντας αυτά τα βιώματα, μένει απαθής και αδιάφορη. 

   Αντίθετα στο παρελθόν οι κάτοικοι δούλευαν σκληρά ήλιο με ήλιο στις αγροτικές δουλειές και περίμεναν πώς και πώς τα πανηγύρια για να διασκεδάσουν. Όπως επίσης και τους γάμους, που για την τοπική κοινωνία θεωρούνταν τα δυο κορυφαία γεγονότα. Γι’ αυτό τα πανηγύρια κρατούσαν τότε τρεις μέρες και με την παραμονή τέσσερες, ενώ οι γάμοι μια βδομάδα. Και οι άνθρωποι διασκέδαζαν με την ψυχή τους.  

   Έχω την αίσθηση πως τα πανηγύρια μας θα ξαναζωντανέψουν κάποια μέρα. Αυτό θα γίνει γιατί θα το απαιτήσουν οι καιροί και οι κοινωνίες των ανθρώπων. Μέχρι να «λάβουν τα όνειρα εκδίκηση», το φιλί της ζωής θα πρέπει να το δώσουν κάποιοι που μπορούν με τις ενέργειές τους να εμφυσήσουν τη δική τους πνοή μέσα σ’ αυτά. 

   Να μην περιμένουμε, όμως, να γίνει αυτό από τους παλαιότερους, οι οποίοι καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες, χορεύοντας συμβολικά ένα χορό στην πλατεία του χωριού, για να διατηρήσουν το έθιμο, όπως λένε, και να υπάρχει η συνέχεια. Να μην περιμένουμε από τους αδιάφορους που έρχονται την επομένη για να συνεχίσουν τις διακοπές τους που τις έχουν συνδυάσει με κάποια παραλία ενός νησιού. Να μην περιμένουμε από τους καλοπερασάκηδες και τους κοιλιόδουλους που έρχονται μεν εκείνες τις μέρες στο πανηγύρι, αλλά κάθονται στα απέναντι μαγαζιά που δεν έχουν όργανα, μόνο και μόνο για να έχουν ησυχία και να απολαύσουν τις ντόπιες νοστιμιές, όπως λένε, παραγγέλλοντας ποικιλία εδεσμάτων, ένδειξη νεοπλουτισμού. Και αν δεν έχουν καλή εξυπηρέτηση ή καλό φαγητό, κάνουν φασαρία. Ενώ φασαρία εκείνα τα χρόνια έκαναν για τη σειρά στο χορό και για το πόσους χορούς θα χόρευε ο καθένας. Να μην περιμένουμε από τους τζάμπα μάγκες. Είναι και αυτοί που έρχονται στο πανηγύρι, πιάνουν μια άκρη για να κοιτάζουν και το μόνο που νοιάζονται είναι τι μάρκα ουίσκι θα πιούν και με τι θα συνοδεύεται. Να μην περιμένουμε από αυτούς που, όταν έρχονται στο χωριό, πιάνουν τη γκλίτσα παραμάσκαλα και δείχνοντας ότι δήθεν τα ξέρουν όλα, βάζουν σχέδια κάνοντας κριτική στους άλλους, αλλά δεν συμμετέχουν. Τέλος και το πιο σημαντικό είναι, να μην περιμένουμε τη συνέχεια του πανηγυριού, από αυτούς που δεν ξέρουν τι θα πει ντόπια παράδοση, τι θα πει λαϊκός πολιτισμός, τι θα πει κουλτούρα γενικότερα. 

   Μια νότα αισιοδοξίας είναι οι νέοι που κατακλύζουν τις αίθουσες των χορευτικών. Είναι τα παιδιά αυτά που μαθαίνουν μεν χορούς, απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά όμως δεν βγαίνουν πρωτοχορευτές που θα εκφραστούν χορεύοντας σ’ ένα πανηγύρι. Και αυτό γιατί τα χορευτικά των Συλλόγων έχουν φολκλοροποιηθεί – μπαλλετοποιηθεί. Οι χορευτές λειτουργούν σαν στρατιωτάκια επιμένοντας στην κίνηση αλλά δεν μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα στο χορό. Και πώς μπορείς να εκφραστείς στο χορό, ή να ανατριχιάσεις στο άκουσμα ενός τραγουδιού αφού δεν το έχεις βιώσει; Έτσι βλέπουμε συχνά να χορεύουν με άψογη κίνηση χορούς από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά δεν μπορούν να χορέψουν στη ντόπια παράδοση, ένα τσάμικο ακόμα και ένα συρτό στα τρία ή συρτό στα δυο, βγάζοντας όλο το μεράκι τους. Αυτό το φαινόμενο το συναντούμε σε πολύ λίγα χορευτικά στο να επιμένουν πολύ στο ντόπιο στοιχείο και λιγότερο στις άλλες περιοχές. 

   Κάποιοι όμως ισχυρίζονται πως ήρθε η στιγμή να αναλάβουν τη διοργάνωση των πανηγυριών οι πολιτιστικοί Σύλλογοι. 

   Η άποψή μου είναι πως, όχι. 

   Ναι στις πολιτιστικές εκδηλώσεις στα χωριά μας από τους Συλλόγους, καθώς και στη συμμετοχή τους στο πανηγύρι με παραδοσιακές φορεσιές. 

   Όχι! Κατηγορηματικά όχι, στη διοργάνωση των πανηγυριών από αυτούς. Γιατί θα είναι η αρχή του τέλους. Το πανηγύρι που άντεξε στο διάβα των αιώνων, δεν το αφήνεις έτσι απλά στην τύχη του. Δεν το παραδίδεις στα χέρια του καθενός που βρίσκεται μέσα στο Δ.Σ. ενός Συλλόγου με ή χωρίς τη θέλησή του. Δεν το παραδίδεις στα χέρια του καθενός που ασχολήθηκε με τα κοινά από ένα καπρίτσιο ή κάποια φιλοδοξία, αλλά το κυριότερο δε διαθέτει την ανάλογη παιδεία στο πολιτιστικό γίγνεσθαι. 

   Έτσι λοιπόν, με την εισβολή των Συλλόγων στη διοργάνωση των πανηγυριών θα έχουμε ριζικές αλλαγές που μόνο πανηγύρια δε θα θυμίζουν. Θα καταργηθεί η «παραγγελία». Ένας ιερός θεσμός, που είναι το κυριότερο και κυρίαρχο έθιμο του πανηγυριού. Είναι αυτός που πληρώνει τα όργανα και ακούει ή χορεύει το τραγούδι της προτίμησής του. Η κατάργηση της παρέας και του ατομικού χορού, θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη συμμετοχή στο χορό των μερακλήδων και χορευταράδων, ρίχνοντας έτσι την ποιότητα του πανηγυριού. Θα βλέπουμε έναν ελεύθερο ομαδικό χορό με πολύ κόσμο, που ο ένας θα πατάει τον άλλον, σε ένα χώρο που θα θυμίζει περισσότερο πατητήρι σταφυλιών, όπου θα χορεύουν κάθε λογής «λαοφιλή άσματα». 

   Οι Σύλλογοι θα αποκτήσουν εμπορικό χαρακτήρα και έτσι θα βλέπουμε ορχήστρες με σκυλοδημοτικό ή σκυλολαϊκό ρεπερτόριο, ρίχνοντας την ποιότητα χαμηλά, αρκεί να υπάρχουν εύρωστα ταμεία. Το πλαστικό ποτήρι και πιάτο, το άψητο σουβλάκι καθώς και τα βαρέλια με πάγο για τα ποτά, έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Αυτά τα συναντούμε σήμερα σε χωριά που δεν έχουν παράδοση, δεν έχουν λαϊκό πολιτισμό. Όπως επίσης, θα υπάρχουν και Σύλλογοι που κατά περιόδους θα είναι αδρανείς, οι λεγόμενοι «Σύλλογοι σφραγίδα».

   Με την αδράνεια όμως των Συλλόγων, το επόμενο στάδιο θα είναι η εμφάνιση κάποιων πλανόδιων επιχειρηματιών, που θ’ ασχολούνται μόνο και μόνο με την διοργάνωση αυτών των εκδηλώσεων. Το αποτέλεσμα θα είναι να αλλάξει ριζικά ο τρόπος λειτουργίας τους, με ένα είδος γυφτοπανήγυρων προφανώς χαμηλού επιπέδου, καταργώντας παράλληλα τα τοπικά ήθη και έθιμα. Κοινός παρονομαστής θα είναι να χαθεί το παλιό ύφος και χρώμα της ντόπιας παράδοσης. Ακόμα και το όνομα «πανηγύρι» (Δεκαπενταύγουστος, Αγία Παρασκευή…) θα διαγραφεί από το λεξιλόγιο των ορεινών. Και θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο, (γιορτή πρατίνας, καλαμποκιού, κάστανου, πέστροφας…).

   Με ευχολόγια, κούφια λόγια και συναισθηματική φόρτιση δε γίνεται τίποτα. «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ».

   Υπάρχει φως στον ορίζοντα. Αυτό το φως θα πρέπει κάποιοι να το διαφυλάξουν, να το δυναμώσουν και μ’ αυτό να φωτίσουν τη νεολαία, καθώς και τις επόμενες γενιές. Έτσι τα πανηγύρια μας θα ξαναζωντανέψουν και πάλι. Και αυτοί δεν είναι άλλοι παρά οι ποιοτικοί, οι ασυμβίβαστοι, που δεν κάνουν πίσω με τίποτα. Οι ανήσυχοι εκφραστές, που αγωνιούν για την τύχη των παραδοσιακών πανηγυριών. Οι τρυφεροί εραστές της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού. Οι ρομαντικοί νοσταλγοί του ψυχικού τοπίου και των παιδικών βιωμάτων των μικρών μας πατρίδων. Είναι αυτοί που πηγαίνουν κόντρα στα σημεία των καιρών, της στείρας παγκοσμιοποίησης και της υποκουλτούρας. Είναι οι άνθρωποι της κάθε γενιάς, της κάθε εποχής, που παραμονές πανηγυριού βρίσκονται στην ορεινή πατρίδα και συμμετέχουν ενεργά και ποιοτικά, στη συνέχεια αυτού του κορυφαίου γεγονότος.

Αυτοί που με τα μεράκια τους και τα γλέντια τους, μα πάνω απ’ όλα με την καρδιά τους και την ψυχή τους, δείχνουν το δρόμο σαν φωτεινοί οδοδείχτες και στις νεότερες γενιές. 

   Αυτοί που σήμερα είναι λίγοι, αύριο περισσότεροι, μεθαύριο όλοι

 

 2006 - 2017 | sellades.com

Η ιστοσελίδα λειτουργεί με χορηγία της Αδελφότητας Σελλαδιτών Άρτας